Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2017

Το τυχερό λαχείο

                   "The Watchers" by Steve Bonello

Ο Ιβάν Ντμίτριτς ένας μετρημένος μικροαστός με χρονιάτικα οικογενειακά έξοδα που δεν ξεπερνούν τα χίλια διακόσια ρούβλια είναι πολύ ευχαριστημένος από τη ζωή του. Αυτή τη στιγμή έχει τελειώσει το βραδινό φαγητό, κάθεται στον καναπέ και διαβάζει την εφημερίδα του.
- Ξέχασα να κοιτάξω την σήμερα την εφημερίδα, είπε η γυναίκα του καθώς σήκωνε το τραπέζι. Μήπως έχει την κλήρωση του λαχείου;
- Εχει βέβαια! αποκρίθηκε ο Ιβάν Ντμίτριτς. Το ανανέωσες όμως για να μην το χάσουμε;
- Το τακτοποίησα την Τρίτη.
- Τι αριθμό έχει;
- 9499 σειρά 26.
- Καλά!.. Για να δούμε... 9499 και 26.

Ο Ιβάν Ντμίτριτς δεν πίστευε διόλου πως μπορούσε να κερδίσει το λαχείο και σε άλλη ώα ούτε θα κοίταζε την κλήρωση. Μα καθώς ήταν γερμένος στον καναπέ, με την εφημερίδα στο χέρι και δεν είχε τι άλλο να κάνει έβαλε το δάχτυλο του στη στήλη των κληρώσεων και το βλέμμα του ταξίδεψε πάνω στους τυχερούς αριθμούς.
Και ξαφνικά σαν να ήθελε να περιγελάσει η τύχη το σκεπτικισμό του στη δεύτερη κιόλας γραμμή ο αριθμός 9499 χοροπήδησε μπροστά στα μάτια του. Χωρίς να κοιτάξει τον αριθμό της σειράς, χωρίς να προσέξει μήπως έκανε λάθος στο διάβασμα, άφησε την εφημερίδα να πέσει στα γόνατά του και ένιωσε ένα δροσερό κύμα να ανεβαίνει πίσω από το στέρνο του, ένιωσε σα να του έριξαν κατάσαρκα κρύο νερό. Ηταν κάτι σαν ερεθιστικό γαργαλητό.
- Μάσιπ!.. ο αριθμός 9499!.. είπε με πνιχτή φωνή.

Η γυναίκα του κοίταξε το αποσβολωμένο του πρόσωπο, είδε την ταραχή στα μάτια του και κατάλαβε αμέσως πως δεν αστειευόταν.
- Το 9499; ρώτησε.
Χλώμιασε ξαφνικά και της έπεσε από τα χέρια το διπλωμένο τραπεζομάντιλο.
- Ναι, ναι... σοβαρά σου λέω, κερδίζει!
- Και η σειρά;
- Α! Ναι! Εχουμε και τον αριθμό της σειράς. Για να δούμε, μια στιγμή... περίμενε... Μα για σκέψου το! Είναι ο αριθμός τους δικού μας λαχείου. Το καταλαβαίνεις;

Ο Ιβάν Ντμίτριτς κοιτούσε τη γυναίκα του με ένα πλατύ, ηλίθιο χαμόγελο απαράμιλλο σαν παιδί που του δείχνουν κάτι πολύ αστραφτερό και θαμπώνουν τα μάτια του. Η γυναίκα του χαμογελούσε και κείνη. Της άρεσε που ο άντρας της έψαξε πρώτα-πρώτα για τον αριθμό και δεν βιάστηκε να βρει τη σειρά του τυχερού λαχείου. Αυτό το νανούρισμα της ελπίδας, αυτός ο ερεθισμός της πιθανής ευτυχίας έχει τόση γλύκα! Και τόση αγωνία!
- Ο αριθμός μας κέρδισε, είπε ο Ιβάν Ντμίτριτς, αφού στάθηκε κάμποση ώρα σιωπηλός. Μπορεί, λοιπόν, να είμαστε τυχεροί. Απλή πιθανότητα έχουμε, βέβαια, μα την έχουμε!
- Ε! Λοιπόν! Κοίταξε τώρα και τη σειρά, να δούμε!
- Ενα λεπτό! Εχουμε καιρό για να απογοητευτούμε. Είναι στη δεύτερη γραμμή από πάνω, κερδίζει δηλαδή εβδομήντα πέντε χιλιάδες ρούβλια. Δεν είναι καπίκια, είναι χρυσάφι, ολάκερη περιουσία! Και αν είναι η σειρά 26; Ε; Ακούς; αν πραγματικά κερδίσαμε;
Αρχισαν να γελούν και να καμαρώνουν μ' αυτή τη σκέψη. Η πιθανότητα της απρόσμενης τύχης τούς αναστάτωνε. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτα. Ούτε γιατί χρειάζονταν αυτές τις εβδομηνταπέντε χιλιάδες ρούβλια, ούτε τι θα αγόραζαν, ούτε που θα πήγαιναν. Στριφογύριζαν στο μυαλό τους οι αριθμοί 9499 και 75000, ως εκεί μονάχα έφτανε η φαντασία τους. Η σκέψη τους δεν προχωρούσε στο πραγματικό γεγονός, στην τύχη δηλαδή, στα κερδισμένα ρούβλια.

Ο Ιβάν Ντμίτριτς σηκώθηκε και με την εφημερίδα στο χέρι άρχισε να βολτάρει πέρα δώθε στην κάμαρα. Μα η πρώτη δυνατή εντύπωση πέρασε και άρχισε να βυθίζεται σιγά σιγά στην ονειροπόληση.
- Και αν κερδίσαμε; είπε ξαφνικά. Τι καινούργια ζωή; Το πανηγύρι; το λαχείο, βέβαια, είναι δικό σου, μα αν το είχα εγώ η πρώτη μου δουλειά θα ήταν να αγοράσω για εικοσιπέντε χιλιάδες ρούβλια ένα ακίνητο να σιγουρευτούμε. Υστερα θα έδινα δέκα χιλιάδες ρούβλια για μερικά απαραίτητα έξοδα: καινούργια επίπλωση... ταξίδια, να ξοφλήσουμε τα χρέη μας και τα λοιπά... Και τις υπόλοιπες σαράντα θα τις έβαζα στην τράπεζα.
- Καλά θα ήταν να αγοράζαμε ένα ακίνητο, είπε η γυναίκα του και κάθησε με τα χέρια στα γόνατά της.
- Κάπου στην Τούλα ή στο Ορέλ. Ετσι θα νοικιάζαμε το σπίτι το καλοκαίρι και θα 'χαμε και έσοδα.
Και στη φαντασία του περνούσαν η μία κοντά στην άλλη κάθε λογής εικόνες, η μία πιο γοητευτική και πιο ποιητική από την άλλη. Σε όλες αυτές τις εικόνες έβλεπε τον εαυτό του καλοζωισμένο, σιγουρεμένο, ήσυχο, καλοστεκούμενο... Εκανε ζέστη, πολύ ζέστη. Να τώρα έφαγε, ήπιε και πηγαίνει να ξαπλώσει ανάσκελα πάνω στη ζεστή άμμο πλάι στο ποτάμι ή στον κήπο κάτω από τον ίσκιο της σημύδας... Ωραία που είναι... Ο γιό του και η κόρη του κυλιούνται στην άμμο, σκάφτουν με τα φτυαράκια τους ή κυνηγάνε πεταλούδες στη χλόη...

Ο Ιβάν Ντμίτριτς νιώθει να μισοκλείνουν τα μάτια του, νιώθει κάτι σα γλυκιά νύστα. Σε όλο του το κορμί κυριαρχεί μια παράξενη αίσθηση: Δεν θα πάει στο γραφείο ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο... Και αν βαρεθεί να κοιμάται βγαίνει στον κάμπο να χαζέψει με τους θεριστάδες, πηγαίνει στο δάσος να μαζέψει μανιτάρια, ή αγναντεύει τους μουζίκους που τραβούν τα δίχτυα στο ποτάμι. Και όταν θα πέσει ο ήλιος παίρνει μια πετσέτα και σαπούνι και ξεκινάει για το μπάνιο του. Γδύνεται αργά-αργά, περνάει κάμποσες φορές τις παλάμες πάνω στο γυμνό του στήθος και ύστερα μπαίνει στο ποτάμι. Πλάι στις φούσκες που κάνει η σαπουνάδα παίζουν τα ψαράκια... Τα νεροβότανα κυματίζουν καθώς κυλάει το νερό. Υστερα από το μπάνιο παίρνει το τσάι του με κρέμα και βουτάει ψωμάκια στο γάλα του. Το βράδυ κάνει τον περίπατό του ή παίζει ουίστ με τους γειτόνους...
 
- Ναι, λέει η γυναίκα του, καλό είναι να αγοράσουμε ένα χτήμα.
Ονειρεύεται κι αυτή... Από την έκφραση που έχει το πρόσωπό της καταλαβαίνεις πώς οι σκέψεις που χορεύουν στο μυαλό της την πλημμυρίζουν μακαριότητα και ευδαιμονία.

Στη φαντασία του Ιβάν Ντμίτριτς περνάει το χινόπωρο με τις βροχές, περνούν οι τελευταίες μέρες του καλοκαιριού με τα κρύα βραδινά. Οταν σουρουπώσει πρέπει να κάνει περιπάτους ώρα πολύ στον κήπο και στο περιβόλι πλάι στο ποτάμι ώσπου να νιώσει για καλά το κρύο και ύστερα να κατεβάσει μια ποτήρα βότκα και να ξεζουμίσει ένα πορτοκάλι ή αγγουράκια με μάραθο. Επειτα να ρουφήξει δεύτερη ποτήρα.
Τα παιδιά γυρίζουν από το μπαξέ και φέρνουν καρότα, και ραπανάκια που μυρίζουν δροσερό χωματάκι... Υστερα ξαπλώνει στο ντιβάνι και ξεφυλλίζει αργά-αργά ένα εικονογραφημένο περιοδικό. Επειτα σκεπάζει το κεφάλι του με το περιοδικό, ξεκουμπώνει το γιλέκο του και αποκοιμιέται...
Τις καλοκαιριάτικες μέρες του Σεπτέμβρη ακολουθεί ένας καιρός βροχερός και μελαγχολικός. Μέρα νύχτα βροχή. Ο άνεμος είναι υγρός και παγερός. Τα σκυλιά, τα άλογα, οι κότες, όλα γίνονται μούσκεμα. Ολα είναι θλιμμένα και φοβισμένα. Δεν έχεις που να κάνεις τον περίπατό σου. Δε μπορείς να βγεις από το σπίτι. Είσαι υποχρεωμένος όλη την ημέρα να περπατάς πέρα δώθε στις κάμαρες και να αγναντεύεις από τα θαμπά παράθυρα. Πλήξη!..

Ο ΙΒάν Ντμίτριτς σταμάτησε το πηγαινέλα και κοίταξε τη γυναίκα του:
- Ξέρεις Μάσια, θα κάνω ένα ταξιδάκι στο εξωτερικό.
Και σκέφτεται τι όμορφα που θα ήταν να φύγει για το εξωτερικό μόλις τελειώσει το χινόπωρο, να πάει στη νότια Γαλλία, στην Ιταλία... στις Ινδίες!
- Και γω θα πάω στο εξωτερικό, λέει η γυναίκα του. Ελα κοίτα τον αριθμό της σειράς.
- Μια στιγμή περίμενε...

Ξαναρχίζει το σουλάτσο στην κάμαρα και όλο σκέφτεται. Αναρωτιέται: Αληθινά, θα πήγαινε η γυναίκα του στο εξωτερικό; Είναι πολύ όμορφα να ταξιδεύεις μονάχος σου ή παρέα με τίποτα ελαφρούτσικα, ανέμελα θηλυκά, να μη ζεις παρά μονάχα για το σήμερα. Και όχι με γυναίκες που έχουν όλη την ώρα το νου τους στα παιδιά, όλο γι' αυτά μιλάνε, αναστενάζουν ανησυχούν και τρέμουν μην ξοδέψουν ένα καπίκι παραπάνω. Ο Ιβάν Ντμίτριτς φαντάζεται τη γυναίκα του στο βαγόνι, ανάμεσα σε μπόγους, πακέτα και πανεράκια. Αναστενάζει χωρίς κι αυτή να ξέρει γιατί, παραπονιέται πώς έχει πονοκέφαλο, πώς ξόδεψε πολλά λεφτά. Σε κάθε σταθμό πρέπει να τρέχει για ζεστό νερό, για σάντουιτς... Επειτα η γυναίκα του δε θέλει να φάνε στο βαγκόν-ρεστοράν γιατί είναι ακριβά...
«Για κάθε καπίκι θα κάνει ολόκληρη φασαρία», συλλογίζεται και την κοιτάει. Το λαχείο βλέπεις είναι δικό της. «Και γιατί να 'ρθει η αφεντιά της στο εξωτερικό; Μήπως θα δει τίποτα; Ολο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου θα κάθεται κλεισμένη και θα κρατάει και μένα φυλακωμένο... Το ξέρω!...».

Και για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Ιάν Ντμίτριτς, προσέχει πως η γυναίκα του έχει γεράσει, έχει ασχημίσει, έχει ποτιστεί με κείνη τη φοβερή μυρουδιά της κουζίνας. Ενώ αυτός είναι ακόμα νέος, δροσερός, καλοστεκούμενος και μπορεί μια χαρά να ξαναπαντρευτεί.
«Ολα αυτά», σκέφτεται, «είναι τιποτένια πράματα, χαζομάρες... μα τι θέλει αυτή στο εξωτερικό; Τι καταλαβαίνει; Και όμως θα 'ρθει!.. Την ξέρω!..  Και όλα αυτά για να μου χαλάσει το κέφι. Θα με έχει βλέπεις στο χέρι. Φαντάζομαι τα μούτρα της την ώρα που θα τσιμπήσει το παραδάκι. Θα το αμπαρώσει όπως όλες οι γυναίκες με σαράντα κλειδαριές... Θα σκορπάει τα λεφτά με τη χούφτα για το συγγενολόι της. Για μένα όμως θα μετράει και το καπίκι».

Ο Ιβάν Ντμίτριτς θυμήθηκε το συγγενολόι της γυναίκας του! Ολα τα αδέρφια, όλες οι αδερφάδες και οι θειάδες, μόλις μάθουν για το λαχείο θα τρέξουν σαν τα κοράκια, θα ζητάνε ρούβλια σα ζητιάνοι, θα αρχίσουν τις γαλυφιές και θα είναι όλο χαμόγελα και αγάπες.
«Σιχαμένο παλιόσογο, σκυλολόι! Αν τους δώσεις θα ζητάνε κι άλλα αχόρταγοι. Αν τους διαολοστείλεις θα αρχίσουν τα κουτσομπολιά και τις κατάρες, θα κάνουν μετάνοιες μέρα-νύχτα να μην δω προκοπή».
Ο Ιβάν Ντμίτριτς θυμήθηκε ύστερα και το δικό του συγγενολόι. Οι φάτσες που άλλοτε του ήταν αδιάφορες, τώρα του φαίνονταν σιχαμερές.
«Σκουλήκια όλοι τους!» είπε μέσα του.

Αλλά και το πρόσωπο της γυναίκας του τού φαινόταν εχθρικό, αηδιαστικό, Εβραζε στην ψυχή του η λύσσα και συλλογιζόταν με φαρμακερή χαρά.
«Αυτή είναι σπαγγοραμένη. Μόλις βουτήξει τα λεφτά θα μου δώσει εκατό ρούβλια και τα άλλα θα τα κλειδώσει».
Και ο Ιάβν Ντμίτριτς δεν κοιτούσε πια τη γυναίκα του χαμογελαστός αλλά με μίσος. Μα και κείνη τον κοιτούσε με μίσος, λυσσασμένη από το κακό της. Εκλωθε τα όμορφα όνειρά της, τα σχέδιά της, τις ιδέες της. Ηξερε καλά τι σκεφτόταν ο άντρας της. Ηξερε ποιός θα άπλωνε πρώτος και καλύτερος τη χερούκλα του στο χρήμα της.
«Μου ετοιμάζεις ταξίδια με ξένα λεφτά!» έλεγε το βλέμμα της. «Μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι!».

Ο άντρας κατάλαβε καλά τι έλεγε η ματιά της. Το μίσος έσκαβε, φουρτούνιαζε το στήθος του και για να πατήσει πόδι, για να της μπει στη μύτη έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην τέταρτη σελίδα και είπε με θριαμβευτικό ύφος:
- Αριθμός 9499, σειρά 46! Δεν είναι 26!

Η ελπίδα και το μίσος έλιωσαν, εξαφανίστηκαν αμέσως. Μα κάτι άλλο ήρθε και τρύπωσε μέσα τους. Ετσι ξαφνικά τους φάνηκε πως το σπιτικό τους ήταν θεοσκότεινο, στενόχωρο, χαμηλό σαν ίσμπα, πως το φαγητό τους βάραινε σα μολύβι το στομάχι, πως η βραδιά ήταν ατέλειωτη και βασανιστική.
- Δε μπορώ να καταλάβω τι γίνεται εδώ μέσα, ξεφώνισε ο Ιβάν Ντμίτριτς που άρχισε να νευριάζει για τα καλά. Οπου να γυρίσεις, θα βρεις στο πάτωμα χαρτιά, ψίχουλα, τσόφλια. Δε σκουπίζει κανείς εδώ μέσα! Ετσι μου 'ρχεται, που να με πάρει ο διάολος, να μην ξαναπατήσω σ' αυτό το βρωμοκάλυβο!.. Θα πάω να κρεμαστώ στην πρώτη λεύκα που θα βρω μπροστά μου.
Αντον Τσέχωφ
"Διηγήματα"
(1860-1904)

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

Ο Ταραμάς ζυγίζεται

photo by Jennifer B. Hudson

Περπατάει κι απόψε μόνος του στους άδειους δρόμους της Κοζάνης. Είναι σκοτάδι, ώρα δυόμισι το πρωί. Προχωρεί χωρίς προορισμό και χωρίς να ξέρει καν τι σκέφτεται. Περπατάει αφηρημένα κι αίφνης στέκεται, στέκεται και διαβάζει σ' ένα μισοφωτισμένο τοίχο, για πρώτη φορά, το παράξενο σύνθημα:
ΣΩΣΤΕ ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ
Του κάνει εντύπωση, γιατί ούτε βατράχια εκτρέφουν στην Κοζάνη ούτε ακούστηκε τίποτε σχετικό με εξόντωση βατράχων - και παρακάτω, σ' έναν άλλο, πιο φωτισμένο, άσπρο τοίχο, βλέπει να 'χουν γράψει:
ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ
ΨΗΦΙΣΤΕ ΖΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ

Ποιός είναι ο Ζαραμπούλιας; Δεν ξανάκουσε τέτοιο όνομα και του 'ρχεται να χαμογελάσει στυφά, περισσότερο από αμήχανη περιέργεια, αλλά δεν μπορεί, δεν μπορεί να χαμογελάσει, αν και σήμερα έχει κάθε λόγο να είναι χαρούμενος, αφού, επιτέλους, βγήκαν τ' αποτελέσματα και πέρασε πρώτος στις Πανελλήνιες, πρώτος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης. Ο μπαμπάς και η μαμά που τον πίεζαν ανελέητα τόσα χρόνια να μην πέσει στη βαθμολογία κάτω από το δεκαεννιά, να μπει οπωσδήποτε στην Ιατρική, να γίνει γιατρός, να φορέσει άσπρη ρόμπα, και δεν άφηναν να πάει σινεμά, να βγαίνει με κορίτσια, να κάνει διακοπές, να διασκεδάζει με τους φίλους του «για να γίνει επιστήμων άνθρωπος», τώρα θα 'ναι ευτυχισμένοι. Μέχρι και οι αθηναϊκές εφημερίδες τον έχουν σήμερα φωτογραφία στην πρώτη σελίδα με τίτλο: «Ο Νικόλαος Ταραμάς απ' την Κοζάνη πρώτος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης. Η επαρχία πάλι έχει τα πρωτεία».

Ο ίδιος όμως είναι ταραγμένος, νιώθει παράξενα, σαν να συμβαίνουν σε κάποιον άλλον όλα αυτά. Προχωρεί αφηρημένα και στρίβει απ' την πλατεία, παίρνει την Καραϊσκάκη και μετά μπαίνει δεξιά, στη Σκρά, για να πάει να δει την αγαπημένη του βιτρίνα γυναικείων παπουτσιών στο κατάστημα "La Bambola".
Στέκεται κανένα ημίωρο όρθιος μπροστά στη φωτισμένη προσθήκη παρατηρώντας με αφοσίωση τα παπούτσια, τα καινούργια σχέδια για γυναίκες και κορίτσια: δετά με ασημένιες τόκες, με τακούνι χαμηλό ή ψηλό, γόβες απλές, σε διάφορα χρώματα, μπαλαρινέ, αισθησιακά σαν της καθηγήτριάς του των Αγγλικών, μοκασίνια σε δέρμα, σε λουστρίνι ή μαύρο βελούδο, μπότες σκληρές, ψηλές, ιππασίας, ή πιο χαμηλές σουέτ, μέχρι λίγο πιο πάνω απ' τον αστράγαλο. Παρατηρεί τα γυναικεία παπούτσια αποχαυνωμένος, μέχρι που αρχίζει και νιώθει έναν έντονο ερωτικό ερεθισμό. Τραβάει προσεκτικά τη ζακέτα μπροστά, την κουμπώνει και προχωράει παρακάτω νιώθοντας μέσα του να ξεσπάνε αλλεπάλληλα κύματα επιθυμίας, αλλά και περίεργης αγανάκτησης, κάτι σκούρο και πηχτό που ανεβαίνει προς το κεφάλι του κι ύστερα ξαναγυρίζει κάτω στην κοιλιά, στέκεται εκεί, επιμένει, φέρνοντάς του ένα θηριώδη, ακατανόητο εκνευρισμό που τον κάνει να αισθάνεται ότι όλα τον πειράζουν, οι πάντες είναι εξοργιστικοί, αβάσταχτοι. Οι γονείς του δυο όρθιες ακατανόητες, μαύρες φιγούρες κι ολόκληρη η πόλη ένα μεγάλο, σκοτεινό εκτροφείο μαύρων σκιών. Ολοι αγωνίζονται να σκαρφαλώσουν, να φύγουν από τον υψηλό, πέτρινο φράχτη αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν, τελευταία στιγμή γλιστρούν και ξαναπέφτουν εξουθενωμένοι μέσα στο μαύρο. Ετσι νιώθει και ο ίδιος. Ετσι φαντάζεται τον εαυτό του και μονολογεί: «Σκιά, σκιά με τις σκιές».

Προχωρεί και στέκεται για λίγο μπροστά σε μια βιτρίνα οπτικών ειδών. Οι φωτεινές, διακριτικά κι ευγενικά λαμπρές βιτρίνες των οπτικών, των γυαλιών για άνδρες και γυναίκες, κυρίως τ' ακριβά designs του Christian Dior, του Armani, της Nina Ricci, του Montana και των άλλων, είναι τα μόνο αντικείμενα που του μεταγγίζουν κάποιαν ηρεμία, ένα αίσθημα διαύγειας, καθαρότητας κι αγνότητας, μια πίστη σε κάτι που θα 'θελε πραγματικά, ολοκληρωτικά, ξεκάθαρα και δεν το ξέρει.

Ηρεμεί κάπως και ύστερα ξαναρχίζει να περπατάει, προχωρεί νιώθοντας, πάλι, σε λίγο, ν' ανεβαίνει μέσα του αυτό το περίεργο, σκοτεινό κύμα, σαν ρευστή, ζωντανή μούργα, ν' ανεβαίνει, να σκάει πλημμυρίζοντάς τον, κάνοντάς τον να θέλει να εκραγεί, να βγει απ' τον εαυτό του, κατόπιν υποχωρεί κυματιστά κι ύστερα πάλι ξανάρχεται, ανεβαίνει στο στήθος, προς τον λαιμό και τον σφίγγει φέροντάς του πνιγμονή.

Περπατώντας φτάνει μπροστά στην καφετέρια που πήγαινε κλεφτά, τόσα χρόνια, για λίγο, ενώ όλοι οι συμμαθητές του σύχναζαν, γλεντοκοπούσαν μέρα νύχτα εκεί. Η ώρα είναι τρεις το πρωί και δεν υπάρχει τριγύρω ψυχή. Δίπλα στην καφετέρια, απ' τη δεξιά πλευρά, στον τοίχο της πολυκατοικίας γράφει:
ΣΩΣΤΕ ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ
ΨΗΦΙΣΤΕ ΖΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ

Απ' τη δεξιά μεριά φέγγει η βιτρίνα του κλειστού φαρμακείου, κάτω από τον κόκκινο σταυρό από νέον μέσα σε κύκλο. Αυτή η βιτρίνα είναι λαμπερή, πεντακάθαρη, αστραφτερή, το φως της είναι πολύ ισχυρό, έντονο, εκτυφλωτικό, σχεδόν ανελέητο και χαράζει μιαν εγκαυστική, επίμονη λάμψη μέσα στο μυαλό του Νίκου Ταραμά που αποχαυνωμένος, σαν υπνωτισμένος, ρουφάει, απολιθωμένος θαρρείς, όλο αυτό το εντατικό, εκρηκτικό υπερκόσμιο φως, το ρουφάει μέσα του βουλιμικά αλλά δεν το αντέχει - ξαφνικά στρέφει, κάνει δυο αδέξια, ακατανόητα βήματα, αδράχνει μια σιδερένια καρέκλα απ' αυτές που έχει έξω η καφετέρια, γυρίζει, και κραυγάζοντας: «Σκιά, σκιά με τις σκιές, σκιά με τις σκιές», τραβάει μια καρεκλιά στη βιτρίνα του φαρμακείου και στο τζάμι της πόρτας και τα κάνει όλα χίλια αστραφτερά κομμάτια θρύψαλα. Αφήνει ήσυχα την καρέκλα και μπαίνει μέσα στο φαρμακείο ήρεμος, ενώ ο συναγερμός της πόρτας αρχίζει να ουρλιάζει ασταμάτητα, εκκωφαντικά. Ξυπνούν οι γείτονες από πάνω κι από δίπλα. Τι συμβαίνει; Τι γίνεται;

Ο Ταραμάς προχωρεί ψυχρός, άνετος μέσα στο φαρμακείο, ενώ μια σειρήνα περιπολικού ακούγεται κιόλας από μακριά. Ο συναγερμός συνεχίζει, ο κόσμος βγαίνει απ' τα σπίτια του, μερικοί έχουν κιόλας πλησιάσει έξω απ' το φαρμακείο. Στα διπλανά καταστήματα ανάβουν φώτα, στα μπαλκόνια των απέναντι διαμερισμάτων περίεργοι εμφανίζονται με τις πιτζάμες και βλέπουν παραξενεμένοι κάτω από τα σπασμένα, τα θρυμματισμένα τζάμια που γυαλίζουν εφιαλτικά. Αλλοι κατεβαίνουν βιαστικά απ' τις πολυκατοικίες και κοιτούν, σκύβουν με προφύλαξη να δουν τι γίνεται μέσα στο φαρμακείο. Ο κόσμος όλο και πυκνώνει, ο Ταραμάς περιεργάζεται για λίγο το χώρο, που αναδίνει μια στυπτική ευωδία αυστηρής καθαριότητας και ένα αίσθημα μεθοδικής, αστραφτερής τακτοποίησης των πάντων κι ύστερα, ενώ απέξω έχουν μαζευτεί πάνω από πενήντα άτομα και τον βλέπουν, αρχίζει, δίχως καθόλου να βιάζεται, να βάζει στις τσέπες του σαμπουάν, μαστίχες χωρίς ζάχαρη, αποσμητικά, φάρμακα, αντιβιοτικά, ενέσεις, μπουκαλάκια, ό,τι πιάνει πιο εύκολα το χέρι του, είναι εντελώς σοβαρός και συνεχίζει να παίρνει διάφορα πράματα. Ο συναγερμός συνεχίζει να ουρλιάζει, ο κόσμος να πυκνώνει και να συνωθείται απέξω.

Το περιπολικό έχει φτάσει, πέντε αστυνομικοί με τα περίστροφα στα χέρια πετάγονται απ' το αυτοκίνητο  και πλησιάζουν, περνώντας ανάμεσα απ' τους περίεργους φτάνουν στη σπασμένη βιτρίνα, βλέπουν μέσα στο φαρμακείο το νεαρό που τους κοιτάζει κι αυτός αλλά συνεχίζει, ήρεμος, απαθής, απτόητος, να βάζει διάφορα πράματα ασταμάτητα στις τσέπες του, που έχουν κιόλας παραφουσκώσει. Στέκουν οι αστυνομικοί άναυδοι και τον παρατηρούν, τον ξέρουν πολύ καλά, τον ξέρουν,  είναι ήσυχο, ευγενικό και καλό παιδί, γιος γιατρού, ο Νικόλαος Ταραμάς, γιος του Γεωργίου Ταραμά, του ακτινολόγου, τον είδαν και σήμερα στις εφημερίδες, πρώτη σελίδα, πέρασε πρώτος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης, τον βλέπουν κι απορούν, ενώ εκείνος συνεχίζει να βάζει στις τσέπες του πράματα από διάφορους πάγκους και ράφια.

Κάποια στιγμή σταματάει, στέκεται, ρίχνει μια ματιά προς την όρθια λευκή ζυγαριά του φαρμακείου κι ανεβαίνει να ζυγιστεί, ζυγίζεται εντελώς ήρεμος, απαθής, σαν να είναι απών, κι ενώ σκύβει ελαφρά προσπαθώντας να δει ακριβώς τα κιλά του, τη στιγμή που βλέπει ότι η κόκκινη βελόνα τραντάζεται αλλά δεν κινείται, ότι η ζυγαριά είναι χαλασμένη, οι αστυνομικοί πλησιάζουν προσεκτικά και τον αρπάζουν απ' τις μασχάλες γερά, αποφασιστικά, τον κατεβάζουν απ' τη χαλασμένη ζυγαριά και τον τραβούν προς την έξοδα - ενώ η κόκκινη βελόνα της ζυγαριάς, ξανατραντάζεται, πάλλεται πέρα δώθε και ακινητοποιείται λίγο πριν από το έντονο, μαύρο μηδέν.

Οι αστυνομικοί σέρνουν προσεκτικά τον Ταραμά ανάμεσα απ' τον κόσμο προς το περιπολικό, τον βάζουν στο αυτοκίνητο και ξεκινούν με τη σειρήνα στη διαπασών. Εκείνος συνεχίζει να είναι απαθής, αδιάφορος, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Περνώντας πάλι ένα δρόμο, από εκείνους που είχε περάσει πριν, ξαναδιαβάζει στον τοίχο το σύνθημα:
ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ
ΨΗΦΙΣΤΕ ΖΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ
Και στο διπλανό τοίχο τη φράση:
ΠΑΛΙ ΚΕΝΤΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
"Πάλι κεντάει ο στρατηγός"
1996

Παρασκευή, Μαρτίου 04, 2016

Ανεκτικότητα Ή Ο άλλος θα μπορούσες να είσαι εσύ

Η εμπειρία ζωής μου λέει ότι το μίσος προς τους άλλους ανθρώπους είναι καλυμμένο μίσος προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Οποιος περιφρονεί τους άλλους δεν αντέχει τον εαυτό του.

Κόντρα στην περιφρόνηση μας δίδαξαν πάντα την ανεκτικότητα, και σε πολλούς αιώνες, που αυτή κάθε άλλο παρά αυτονόητη ήταν, θα είχε κάνει τη ζωή ανάμεσα σε ξένους πολιτισμούς πιο υποφερτή. Ομως η ανεκτικότητα αποτελεί πράγματι τη λύση των παγκόσμιων προβλημάτων; Παρ' όλο που θέλω να μείνω πραγματιστής, πιστεύω ότι δεν επαρκεί απόλυτα, αφού ανεκτικότητα σημαίνει ανοχή. Η ανεκτικότητα όσο ανθρωπιστική κι αν είναι, μας καλεί να δεχτούμε τον άλλο.
Για μένα αυτό είναι κάπως λίγο. Εγώ πηγαίνω με τους σύγχρονους, όπως τον υπέροχο δημοσιογράφο Georg Stefan Troller. Αυτός ρωτήθηκε γιατί έχει γυρίσει τόσες ταινίες για ανάπηρους και φυλακισμένους. Απάντησε: «Επειδή όλοι μας κατά κάποιον τρόπο είμαστε ανάπηροι. μέσα από τον πόλεμο, από τους γονείς, μέσα από μια ερωτική απογοήτευση». Και σχετικά με τους φυλακισμένους: «Το θέμα είναι, βλέποντας έναν άγνωστο προς αυτούς και στην αρχή εντελώς αντιπαθητικό άνθρωπο, οι θεατές να πουν: Μα αυτός είμαι εγώ».

Δεν είναι λοιπόν το θέμα η ανεκτικότητα απέναντι στον άγνωστο προς εμένα, αλλά ο σεβασμός απέναντι σε αυτόν, αφού αυτός ή οι άλλοι, αυτός ή αυτοί που συναντώ στο δρόμο σε αναπηρικό καρότσι ή σε μια μακρινή χώρα, αυτός ή αυτοί θα μπορούσαν να είμαι εγώ ο ίδιος.
Μόνο μια σύμπτωση, τίποτε άλλο από μια σύμπτωση το θέλησε διαφορετικά.
Peter Ustinov
"Προσοχή! Προκαταλήψεις"
2003

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Το απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ


Το "Απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ" είναι μια πραγματικά απίστευτη, ξεκαρδιστική περιπέτεια απ' άκρη σ' άκρη της Ευρώπης και έξω από αυτή, μια ιστορία έρωτα πιο αφρισμένη και σπαρταριστή κι από αναψυκτικό με ανθρακικό, μα και καρπός περισυλλογής γύρω από μια τρομερή πραγματικότητα: τη μάχη που δίνουν καθημερινά οι παράνομοι μετανάστες, οι απόλυτοι τυχοδιώκτες του εικοστού πρώτου αιώνα.

...
Οσο οι ξύλινες σανίδες του κιβωτίου έτριζαν κάτω από τα συντριπτικά χτυπήματα του σιδηρολοστού, ο Ατζατασάτρου φανταζόταν τους Αφρικανούς να πηδάνε σαν αιλουροειδή μέσα στη νύχτα, σκαρφαλώνοντας σε όλα τα φορτηγά εν κινήσει που είχαν σημαδέψει τη διαδρομή τους ίσαμε εδώ. Ο Βιράζ είχε ομολογήσει ότι έμπαιναν επίσης στις καρότσες όσο οι οδηγοί ξεκουράζονταν στις στάσεις των αυτοκινητόδρομων, αργά τη νύχτα και ει δυνατόν όταν έβρεχε, ώστε ο θόρυβος της βροχής να καλύπτει τον ήχο απ' τις κινήσεις τους. Τους φαντάστηκε κρυμμένους πίσω απ' τα κοντέινερ, να ξεπαγιάζουν, λιμασμένοι και με κομμένη την ανάσα.
Ομως όλα τα ταξίδια έχουν το τέλος τους ακόμα και τα πιο δύσκολα, ακόμα κι αυτά που δοκιμάζουν τις αντοχές σου, και αυτοί οι άντρες ήταν καθ' οδόν προς φιλόξενο λιμάνι, παρ' ότι το Λονδίνο, περιτριγυρισμένο από στεριά, δε μετρούσε για λιμάνι. Είχαν πετύχει στην αποστολή τους. Θα μπορούσαν να αναζητήσουν εργασία και να στείλουν λεφτά στους δικούς τους. Και ο Ατζατασάτρου ήταν ευτυχής που βρισκόταν μαζί τους στο νήμα του τερματισμού, που ήταν μάρτυρας της ευόδωσης του γενναίου εγχειρήματός τους.

«Τα 'χεις καταλάβει όλα, Βιράζ - όταν δε σου δίνουν αυτό που αξίζεις, πρέπει να το παίρνεις μόνος σου. Πρόκειται για αρχή που όριζε ανέκαθεν τη ζωή μου» πρόσθεσε, χωρίς να διευκρινίσει ότι στον ωραίο αυτό ορισμό συμπεριλαμβανόταν και η πτήση με το αεροπλάνο.
Ο Ινδός μόλις είχε καταλάβει ότι απέναντί του είχε τους πραγματικούς τυχοδιώκτες του 21ου αιώνα. Δεν ήταν οι λευκοί ιστιοπλόοι, με τα σκάφη τους των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και τα πανιά τους ανοιχτά στον άνεμο καθώς έκαναν μόνοι τους τον γύρο του κόσμου, τους οποίους τους είχαν χεσμένους όλοι εκτός απ' τους χορηγούς επικοινωνίας τους. Αυτοί δεν είχαν πια τίποτα καινούριο ν' ανακαλύψουν.

Ο Ατζατασάτρου χαμογέλασε μες στο σκοτάδι της νύχτας. Ηθελε κι αυτός, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, να κάνει κάτι για κάποιον άλλον κι όχι μονάχα για τον εαυτό του...
Romain Puértolas
"Το απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ"
2013

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2015

Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός


Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός.
Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο ανθρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας.
Αυτή η μάρκα πονηρών βουλώνει τρύπες· πάντα κάπου θα διοριστούν πρόεδροι, διοικητές, βιτρίνα για να κάνουν από πίσω τα τσακάλια τη δουλειά τους.

Ενας τέτοιος έφτασε να γίνει πρωθυπουργός· δεν διέθετε καμία έμφυτη κοινωνική επιρροή (λάμψη, ευφυΐα, παράστημα, γοητεία, ευφράδεια), σιχαινόταν τη συνάφεια με τον κόσμο (μετά τις αναγκαστικές χειραψίες είχε στο αυτοκίνητο ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα για να απολυμαίνει τα χέρια του) και ήταν τόσο σοβαρός, που γινόταν αστείος.
Ομως δεν χρειαζόταν να πείσει ο ίδιος για τίποτα, τη δουλειά είχαν αναλάβει εργολαβία τα κανάλια και οι εφημερίδες· και όποτε το επιχειρούσε, το σαθρό και ολίγιστο μέσα του τον εξέθεταν.
Αλησμόνητη είναι η σκηνή του εν λόγω όταν μετά τους σεισμούς του 1999 πήγε με τις κάμερες να επισκεφθεί τους καταυλισμούς των σεισμόπληκτων· κοίταξε ξινά τα παιδάκια που πλατσούριζαν ξυπόλυτα στις λάσπες ανάμεσα στα κοντέινερ και, κάνοντας προσπάθεια να φερθεί ανθρώπινα, τα ρώτησε: «Πού είναι πιο καλά, εδώ ή στο σπίτι;».
Διονύσης Χαριτόπουλος
"Εγχειρίδειο βλακείας"
2008

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015

Ο κύκλος του ενενήντα εννιά

«Χοντρέ, γιατί ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει;»
«Ε;»
«Αυτό σκέφτομαι μερικές φορές. Η σχέση μου με την Γκαμπριέλα πάει πολύ καλά, καλύτερα από παλιά. Ομως δεν είναι όπως θα ήθελα. Ξέρω κι εγώ; Λείπει πάθος, φλόγα ή ίσως διασκέδαση. Στο πανεπιστήμιο  μου συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πάω στα μαθήματα, μαθαίνω, γράφω εξετάσεις και περνάω. Κάτι μένει ανολοκλήρωτο, όμως. Δεν νιώθω ικανοποιημένος, δεν αισθάνομαι μια καθημερινή απόλαυση ότι σπουδάζω αυτό που επιθυμώ. Το ίδιο και με τη δουλειά μου. Είναι καλή, με πληρώνουν αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό που θα ήθελα να κερδίζω εγώ»
«Και σ' όλα το ίδιο;»
«Ετσι νομίζω. Ποτέ δεν ησυχάζω και να πω: "Εντάξει, τώρα όλα είναι καλά". Το ίδιο παθαίνω με τον αδερφό μου, με τους φίλους, με τα χρήματα, με τη φυσική μου κατάσταση... Με όσα, τελικά, με ενδιαφέρουν.»
«Πριν από μερικές εβδομάδες, όταν είχες αγχωθεί με την κατάσταση στο σπίτι σου, δεν το ένιωθες αυτό;»
«Ναι, υποθέτω. Ομως με απασχολούσαν άλλα πράγματα σοβαρότερα, που τα κάλυπταν αυτά. Τα σημερινά είναι κατά κάποιον τρόπο "μια πολυτέλεια", που θα έδινε πληρότητα σ' όλα τα άλλα.»
«Δηλαδή, η ανησυχία σου αυτή εμφανίζεται όταν εξαφανίζονται τα μεγάλα προβλήματα.»
«Ναι.»
«Δηλαδή το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν έχεις πρόβλημα.»
«Τι;»
«Δηλαδή όταν όλα βελτιώνονται.»
«Ε... ναι.»
«Πες μου κάτι Ντεμιάν. Τι νιώθεις όταν παραδέχεσαι ότι το πρόβλημά σου αρχίζει όταν όλα πηγαίνουν καλύτερα;»
«Νιώθω βλάκας.»
«Η αλήθεια να λέγεται, Ντεμιάν» είπε ο Χοντρός. «Πάει καιρός που δεν σου έχω πει παραμύθι με βασιλιά, έτσι δεν είναι;»
«Πράγματι.»
«Ηταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς, ας πούμε, "κλασικός".»
«Τι είναι ο "κλασικός βασιλιάς", δηλαδή;»
«Ο κλασικός βασιλιάς του παραμυθιού είναι ένας βασιλιάς ισχυρός, που έχει μεγάλη περιουσία, ένα υπέροχο παλάτι, εκλεκτές λιχουδιές στο τραπέζι του, ωραίες συζύγους και μπορεί ν' αποκτήσει ό,τι θέλει. Και παρ' όλα αυτά δεν είναι ευτυχισμένος.»
«Α...»
«Κι όσο πιο κλασικό είναι το παραμύθι τόσο πιο δυστυχισμένος είναι ο βασιλιάς.»
«Κι αυτός ο βασιλιάς πόσο κλασικός ήταν;»
«Πολύ κλασικός.»
«Βρε τον κακομοίρη!»


Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος, που είχε έναν υπηρέτη που ήταν πανευτυχής, όπως κάθε υπηρέτης θλιμμένου βασιλιά.
Κάθε πρωί ξυπνούσε το βασιλιά και του έφερνε το πρόγευμά του τραγουδώντας  χαρούμενα τραγουδάκια των γελωτοποιών. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο χαμόγελο, κι όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Μια μέρα, ο βασιλιάς τον φώναξε.
«Ποιο είναι το μυστικό σου;» του είπε.
«Ποιο μυστικό μεγαλειότατε;»
«Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου;»
«Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, μεγαλειότατε.»
«Μη μου λες ψέματα. Εχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές από ένα ψέμα.»
«Δεν σας λέω ψέματα, μεγαλειότατε. Δεν κρύβω κανένα μυστικό.»
«Και γιατί είσαι συνέχεια κεφάτος και ευτυχισμένος; Ε; Γιατί;»
«Μα δεν έχω κανένα λόγο να είμαι θλιμμένος. Η μεγαλειότητά σας με τιμά που με έχει στην υπηρεσία της. Εχω γυναίκα και παιδιά και ζούμε στο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή και, επιπλέον, η μεγαλειότητά σας μας χαρίζει κάθε τόσο λίγα χρήματα για να ικανοποιούμε κανένα καπρίτσιο. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;»
«Αν δεν μου πεις τώρα αμέσως το μυστικό σου, θα διατάξω να σε αποκεφαλίσουν.» είπε ο βασιλιάς. «Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μόνο με αυτά που είπες.»
«Μα βασιλιά μου, δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Πολύ θα ήθελα να σας ικανοποιήσω, όμως, δεν έχω τίποτα κρυφό.»
«Φύγε, φύγε από μπροστά μου προτού φωνάξω το δήμιο!»
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια υπόκλιση και βγήκε από τη σάλα.
Ο βασιλιάς πήγαινε να τρελαθεί. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αυτός, ο βαλές του, ήταν τόσο ευτυχισμένος ζώντας με δανεικά, με μεταχειρισμένα και παλιά ρούχα και τρώγοντας τα περισσεύματα των αυλικών.
Οταν ηρέμησε, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του περιέγραψε τη συζήτηση που είχε κάνει το ίδιο πρωί.
«Γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;»
«Α, μεγαλειότατε, επειδή βρίσκεται έξω από τον κύκλο.»
«Εξω από τον κύκλο;»
«Ναι.»
«Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;»
«Οχι, μεγαλειότατε. Ετσι δεν είναι δυστυχισμένος.»
«Δεν καταλαβαίνω. Αν είσαι στον κύκλο είσαι δυστυχής;»
«Ακριβώς.»
«Κι αυτός δεν είναι.»
«Ναι.»
«Και πως βγήκε;»
«Δεν μπήκε ποτέ.»
«Τι κύκλος είναι αυτός;»

«Ο κύκλος του ενενήντα εννιά.»
«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»
«Βασιλιά μου, θα καταλάβεις μόνο αν μ' αφήσεις να σου το δείξω στην πράξη.»
«Πώς δηλαδή;»
«Αν μ' αφήσεις να βάλω τον βαλέ σου στον κύκλο.»
«Ναι, ας τον αναγκάσουμε να μπει.»
«Δεν χρειάζεται, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.»
«Μα δεν θα αντιληφθεί ότι έτσι θα γίνει δυστυχισμένος άνθρωπος;»
«Θα το αντιληφθεί.»
«Ε, τότε, δεν πρόκειται να μπει.»
 «Δεν θα μπορέσει να το αποφύγει.»
«Μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει και παρ' όλα αυτά θα μπει και δεν θα μπορεί μετά να βγει;»
«Ετσι είναι, μεγαλειότατε. Θέλεις να χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη για να καταλάβεις πώς λειτουργεί ο κύκλος;»
«Ναι.»
«Εντάξει τότε. Σήμερα το βράδυ θα περάσω να σε πάρω. Να ετοιμάσεις ένα σακί με ενενήντα εννιά χρυσά φλουριά. Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.»
«Και τι άλλο; Να πάρω και τους φρουρούς μου;»
«Μόνο το σακί με τα χρήματα. Θα τα πούμε το βράδυ, μεγαλειότατε.»
«Σύμφωνοι.»
Πράγματι, τη νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει το βασιλιά. Πήγαν μαζί κρυφά στην αυλή του παλατιού και κρύφτηκαν πίσω από το σπίτι του υπηρέτη. Εκεί περίμεναν να ξημερώσει.
Μέσα στο σπίτι άναψε το πρώτο κερί. Ο σοφός έδεσε στο σακί με τα φλουριά ένα μήνυμα που έλεγε:
 
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ.
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
 
Εδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε και ξανακρύφτηκε.
Οταν βγήκε ο υπηρέτης, ο σοφός και ο βασιλιάς τον παρακολουθούσαν πίσω από τους θάμνους.
Ανοιξε το σακί, διάβασε το μήνυμα, άκουσε το μεταλλικό θόρυβο του χρήματος και αναρρίγησε. Εσφιξε το θησαυρό στο στήθος του, κοίταξε ολόγυρα μήπως τον παρακολουθεί κανένας και μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι.
Ακούστηκε η κλειδαριά, και ο βασιλιάς με το σοφό πλησίασαν στο παράθυρο να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις του βαλέ.
Είχε ρίξει στο πάτωμα ό,τι βρισκόταν επάνω στο τραπέζι, εκτός από ένα κερί. Καθόταν στην καρέκλα και άδειαζε το περιεχόμενο του σάκου. Τα μάτια του δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν.
Ηταν ένα βουνό από χρυσά φλουριά!
Αυτός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα, τώρα είχε ένα ολάκερο βουνό!
Ο υπηρέτης τα χάιδευε και τα έκανε στοίβες. Τα κοίταζε και τα χάζευε πως έλαμπαν στο φως του κεριού. Τα συγκέντρωνε και τα σκορπούσε, τα έκανε σωρούς.
Παίζοντας, άρχισε να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι... Στο μεταξύ πρόσθετε, είκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα... ώσπου έκανε την τελευταία στοίβα και... ήταν μόνο εννιά φλουριά!
Στην αρχή έψαξε με το βλέμμα το τραπέζι, αναζητώντας ένα ακόμα νόμισμα. Υστερα στο πάτωμα και μέσα στο σακί.
«Δεν είναι δυνατόν» σκέφθηκε. Εστησε την τελευταία στοίβα με φλουριά δίπλα στις υπόλοιπες και είδε πως ήταν πιο χαμηλή.
«Με λήστεψαν!» φώναξε. «Κερατάδες! Μ' έκλεψαν!»
Εψαξε ξανά επάνω στο τραπέζι, από κάτω, στο σακί, στα ρούχα του, στις τσέπες του, κάτω από τα έπιπλα... Μα δεν βρήκε αυτό που γύρευε.
Επάνω στο τραπέζι, σαν να τον περιγελούσε, στεκόταν μια στήλη με αστραφτερά χρυσά φλουριά και του υπενθύμιζε πως ήταν ενενήντα εννιά. Μόνο ενενήντα εννιά.
«Ενενήντα εννιά φλουριά. Είναι πολλά λεφτά» συλλογίστηκε. «Μου λείπει όμως ένα. Ενενήντα εννιά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Τα εκατό είναι, αλλά όχι ενενήντα εννιά.»
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλός του κοίταζαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν πια το ίδιο. Ηταν σκυθρωπός, τα χαρακτηριστικά του τεταμένα. Τα μάτια είχαν γίνει μικρά και μισόκλειστα, το στόμα του είχε στραβώσει σ' ένα φοβερό μορφασμό κι έδειχνε τα δόντια του.
Ο υπηρέτης φύλαξε τα φλουριά στο σακί και, κοιτάζοντας ολόγυρα μήπως τον βλέπει κανένας, το έκρυψε ανάμεσα στα καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και καλαμάρι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό έπρεπε να κάνει οικονομίες για να αποκτήσει το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος του, μεγαλόφωνα.
Ηταν πρόθυμος να δουλέψει σκληρά για να το αποκτήσει. Υστερα, δεν θα είχε πια ανάγκη να δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά, ένας άνθρωπος μπορεί να κάθεται και να μη δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά ζεις άνετα, χωρίς σκοτούρες.
Τελείωσε τους λογαριασμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην μπάντα το μηνιάτικό του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε έντεκα με δώδεκα χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
«Δώδεκα χρόνια είναι πάρα πολλά», σκέφτηκε.
Θα μπορούσε να πει στη γυναίκα του να ψάξει κι εκείνη για δουλειά στο χωριό για ένα διάστημα. Επιπλέον, εκείνος τελείωνε τη δουλειά του στο παλάτι στις πέντε το απόγευμα, άρα, μπορούσε να δουλέψει ύστερα ως αργά το βράδυ και να βγάλει κάποια χρήματα.
Εκανε λογαριασμούς. Με την έξτρα δουλειά στο χωριό και τη δουλειά της γυναίκας του θα συγκέντρωνε τα χρήματα σε εφτά χρόνια.
Ηταν πάρα πολύς καιρός!
Ισως να μπορούσε να πουλήσει στο χωριό το φαγητό που περίσσευε και να κερδίσει κάτι. Πράγματι, όσο λιγότερο έτρωγαν τόσο περισσότερο θα πουλούσαν.
Να πουλήσουν, να πουλήσουν...
Εκανε ζέστη. Τι τα ήθελαν τα χειμωνιάτικα ρούχα; Τι το ήθελαν το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια;
Θα έκαναν θυσίες. Ομως ύστερα από τέσσερα χρόνια θα αποκτούσε το εκατοστό φλουρί.
Ο βασιλιάς και ο σοφός γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννιά.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνη τη νύχτα. Ενα πρωί, ο βαλές μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του βασιλιά χτυπώντας την πόρτα, γκρινιάζοντας, πολύ κακόκεφος.
«Μα τι έπαθες;»
«Τίποτα δεν έπαθα.»
«Δεν πάει πολύς καιρός που όλο γελούσες και τραγουδούσες.»
«Κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω. Τι άλλο θέλει η μεγαλειότητά σας; Να κάνω μήπως τον γελωτοποιό και τον τραγουδιστή;»
Σε λίγο καιρό, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη. Δεν είναι ευχάριστο να σε υπηρετεί κάποιος που συνεχώς είναι κακόκεφος.
 
«Και σήμερα, τώρα που μιλούσαμε, θυμήθηκα το παραμύθι του βασιλιά και του υπηρέτη του.
Εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευτεί σ' αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
Γι' αυτό, μάθαμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν θα ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει...
Κι επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ τη ζωή...

Τι θα συνέβαινε όμως

αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας
και αντιλαμβανόμασταν, έτσι ξαφνικά,
ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας
είναι το εκατό τοις εκατό 100% του θησαυρού.
Οτι δεν μας λείπει τίποτα,
κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα,
το εκατό δεν είναι καθόλου
πιο στρογγυλός αριθμός
από το ενενήντα εννιά.
Αυτό είναι μόνο μια παγίδα,
ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,
για να είμαστε βλάκες,
για να σέρνουμε το κάρο,
κουρασμένοι, κακόκεφοι,
δυστυχείς και συμβιβασμένοι.
Μια παγίδα για να μη σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε
και για να μείνουν όλα όπως έχουν.
Αιωνίως τα ίδια!
Πόσα πράγματα θα άλλαζαν
αν μπορούσαμε να απολαύσουμε
τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι.

Προσοχή, όμως, Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενήντα εννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε.
Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.
Ομως, αυτό είναι σε άλλο παραμύθι.»
Jorge Bucay
"Να σου πω μια ιστορία"
2006

 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014

Αποδελτίωση (ΜΕΤΡΟ, Ιανουάριος 2015)

ΣΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΝ ΟΛΟΜΑΥΡΗ ΡΑΧΗ
(...)
Αλλά για ποιαν ανατροπή πρόκειται; Τι μπορεί να ανατρέψει μια τέχνη που υποστηρίζεται σε τέτοιο βαθμό από ιδιωτικούς οικονομικούς κολοσσούς ή κρατικούς φορείς που, κανονικά, θα έπρεπε να βρίσκονται στο στόχαστρο οποιασδήποτε ανατρεπτικής δραστηριότητας ακριβώς επειδή συντηρούν ό,τι θα έπρεπε να ανατραπεί;
Μήπως, απλώς, πρόκειται για μια ανατροπή των παραδοσιακών δικτύων ανταλλαγής προς όφελος νέων, ακριβώς επειδή η αναζωογόνηση, η επέκταση προς καινούρια πεδία αποτελεί τον καλύτερο τρόπο όχι ανατροπής αλλά, αντιθέτως, ανακύκλωσης, δηλαδή διατήρησης του υπάρχοντος - οποιουδήποτε υπάρχοντος; (...)
Νίκος Δασκαλοθανάσης


ΣΤΟΠ-ΚΑΡΕ
Νέα σκηνικά σε γνωστό φόντο.
Γιατί τέτοια φοβία στη διαφορετικότητα;
Δεν θα υπάρξει κι άλλη κιβωτός του Νώε. Πρέπει να σωθούμε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου. Εμείς και οι διαφορετικοί εμείς.
Ο Νίτσε λέει να ψάχνουμε την αιωνιότητα στο καθετί.
Ο Πικάσο αποσυνθέτει το μπουκάλι του Περνό για να αναδείξει διαφορετικές προοπτικές.
Ομως ο ρατσισμός κατοικεί στις ψυχές, στην αυτοδικία των δελτίων ειδήσεων.
Για τον Κικέρωνα η προφορά και μόνο της λέξης "ειρήνη" χαϊδεύει την ακοή. Δοκιμάστε το! Δεν έχει σημασία σε ποια γλώσσα. Δεν έχει σημασία ποιος θεός θα τ' ακούσει.
Απλά, κάντε το.
Ετόρε Φερίνι


Η ΞΑΝΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ
Η AGB άλλαξε τρόπο υπολογισμού θεαματικότητας: 10.000 ευρώ μετρητά δίνει ο Λιάγκας, 500 την ημέρα ο Παπαδάκης. Και στο τέλος της βδομάδας μία επίπλωση 5.000 ευρώ...


Κι εσύ, Βαγγέλη μου ξανθέ, τι θέλεις ανάμεσα στους ιλουστρασιόν τύπους που "διδάσκουν" πόνο και πάθος σε 8χρονα παιδιά; Κι αυτά που απορρίπτονται από το music school σας και γυρίζουν σπίτι μαζί με τους ματαιόδοξους γονείς τους, σκέφτηκες τι διδάσκονται;
Κρίμα... μια κρουαζιέρα μου 'ταξες, αλλά δεν νοιάζεσαι πια...
Ευγενία Λουπάκη


ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΓΑΜΑ ΤΑ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ
(...)
Η τράπεζα θεμάτων έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων, ενώ παράλληλα δυσκολεύει τη διαδικασία εκμάθησης και καταδικάζει ειδικότερα τους μη αποδοτικούς μαθητές. Θεωρητικά, λοιπόν, ο κύριος Λοβέρδος θα έπρεπε να την έχει ήδη καταργήσει.
Αλλά τι να κάνουμε, τα συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα από λαούς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Σωστά;
Ελένη Μπέλκα
Α' Λυκείου, 1ο ΓΕΛ Κερατσινίου


ΦΥΛΑΚΕΣ ΥΨΙΣΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Τα κελιά της ντροπής είναι εδώ
(...)
Η λειτουργία φυλακών τύπου Γ' στην Ελλάδα δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το πεδίο της οικονομικής πολιτικής και κοινωνικής κρίσης στην οποία διαβιούμε. Είναι η ιστορική στιγμή μέσα στην οποία η κυβέρνηση μπορεί να παρέχει ελάχιστες ή καμία υλική υπόσχεση, δεν μπορεί να πείσει τους πολίτες ότι υπάρχει κάποια προοπτική οικονομικής και κοινωνικής ευμάρειας. Συνεπώς, η παραγωγή -και κατ' επέκταση η πολιτική διαχείριση εκ μέρους τους κράτους- του φόβου και της ανασφάλειας αποτελεί το μόνο ευνοϊκό πεδίο άσκησης πολιτικής και πιθανής απόσπασης κοινωνικής συναίνεσης.
Οι πολίτες, συνεπώς, πρέπει να πειστούν ότι η σιδηρά επιβολή του νόμου και της τάξης, η ασφάλεια, ιεραρχείται ως ύψιστο ιδανικό, την ίδια στιγμή που οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα περικόπτονται εν ριπή οφθαλμού περιορίζοντας την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ευμάρεια. (...)
Αχιλλέας Κουρεμένος


«Δες πως ακόμα βαδίζω σε μέρη /
εκεί που η φαντασία ακόμα στήνει καρτέρι /
εκεί που οδηγούν μοναχικά μονοπάτια /
εκεί που η μοναξιά γκρεμίζει, χτίζει παλάτια. /
Δες πως ακόμα υπάρχω, αναπνέω /
ανοίγω πανιά, σαλπάρω και φεύγω /
σε μέρη ονείρου φιγούρες αγγίζω /
τα κάγκελα σπάω, τα τείχη γκρεμίζω. /
Κι ας είναι η φαντασία ένα καράβι /
που θα σαλπάρω μαζί της στ' όνειρο, /
να βαδίσω σε μέρη που ακόμα ανατέλλει ο ήλιος /
πριν τον καλύψουν για πάντα τα τείχη που γύρω μας χτίζουν»
Αγνωστος Χτύπος & Ελλη


«Δημιουργούν με τον εσωτερικό τους αγώνα έναν καλύτερο κόσμο»
(...)
- Γιατί οδηγούνται, κατά τη γνώμη σου, τα παιδιά σε έναν εν πολλοίς αυτοκαταστροφικό, μέσα στο δεδομένο σύστημα που ζούμε, δρόμο;
«Δεν πιστεύω πως είναι αυτοκαταστροφικός. Αυτά τα παιδιά, τουλάχιστον αυτά τα τέσσερα που έχω γνωρίσει καλύτερα, αγαπάνε πολύ και τη ζωή των άλλων και τη δική τους. Προσέχουν, ακόμα και μέσα στη φυλακή, υπερβολικά την υγεία τους, την υγιεινή τους, τη διατροφή τους. Τα πάντα. Δεν είναι καθόλου αυτοκαταστροφικά. Διαβάζουν, βλέπουν ταινίες, ακούνε πολλή μουσική... θέλουν να προχωρήσουν ις σπουδές τους, όπως είδαμε και με την περίπτωση του Νίκου. Η Πολιτεία, βέβαια, προβάλλει ότι είναι αυτοκαταστροφικά, για να δικαιολογήσεις τις πράξεις της. Είναι αυτοκαταστροφικά, άρα θέλουν να καταστρέψουν. Τα παιδιά, όμως, πιστεύουν ότι οι πράξεις τους προωθούν την έννοια της ζωής και της αξιοπρέπειας. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετη η θεώρησή τους».

-Το λέω με την έννοια ότι ξέρουν το τίμημα. Ξέρουν το αδιέξοδο ενός τέτοιου τρόπου δράσης και ξέρουν ότι μπορεί το τίμημα να είναι η στέρηση της ελευθερίας τους.
«Αυτό το έκαναν εν γνώσει τους, δεν θεωρούσαν ότι αυτό το τίμημα αποτελεί καταστροφή αλλά ότι αφυπνίζει συνειδήσεις, ότι συμβάλλει στην αφύπνιση του κόσμου». (...)
Λίνα Βεργοπούλου

 
Β Ι Β Λ Ι Ο
Χρήστος Τσιόλκας - "Μπαρακούντα"
Μπορεί το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο "Μπαρακούντα" να κυκλοφόρησε στα ελληνικά πριν από λίγους μήνες, αλλά η περίπτωση του Χρήστου Τσιόλκα είναι ιδιαίτερη.
Κατ' αρχάς τα στατιστικά του είναι συντριπτικά: Το φθινόπωρο του 2009, με το βιβλίο του "Το χαστούκι" ("The Slap") κέρδισε το βραβείο καλύτερου συγγραφέα των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ενώ το 2010 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Booker. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και την τελευταία πενταετία θεωρείται ο πιο διάσημος συγγραφέας της Αυστραλίας.
Παιδί Ελλήνων μεταναστών της εργατικής τάξης με καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία, ακτιβιστής, αριστερός και ομοφυλόφιλος, ο Τσιόλκας γράφει στο "Μπαρακούντα" μια ιστορία που ξέρει καλά. Ο Ντάνι-"Μπαρακούντα". ο κολυμβητής ήρωάς του, στοχεύει στον πρωταθλητισμό και σε ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Στην πραγματικότητα παλεύει, κολυμπάει για να "απαλλαγεί" από το βάρος της ταπεινής του καταγωγής. Ο Ντάνι, παιδί μεταναστών από την Ελλάδα και τη Σκωτία, προέρχεται από την εργατική τάξη. Αρχίζει την κολύμβηση σε ηλικία 8 χρονών, αλλά στα 25 νιώθει ότι το σώμα του δεν τον ακολουθεί. Η αποτυχία, η συντριβή είναι κοντά...
Ειρήνη Ορφανίδου


ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ
ΤΙΓΡΗΣ (ΥΔΡΟΧΟΟΣ)
Tίγρης είναι η Ελλάδα, η χώρα του μποτέ, η κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τους άπληστους πλούσιους. Η Ελλάδα που στους 20 τελευταίους αιώνες είναι συνεχώς υπό κατοχή (Ρωμαίοι, Ενετοί, Τούρκοι, Αγγλοι, Αμερικάνοι, Γερμανοί). Και UFO να έρθουν να κατακτήσουν τον πλανήτη, στην Ελλάδα θα προσγειωθούνε. Λόγια, κόνξες, πουτανιά, μέλι πολύ και τηγανίτα τίποτα. Αντε να σε πείσει η κότα που κάνει την πάπια ότι είναι Τίγρης.

Υ.Γ.: Τυριά Ξυπνήστε! Θα σας φάνε οι Βλάχοι!
Τζίμης Πανούσης
"ΜΕΤΡΟ"
Ιανουάριος 2015